Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό που είδαμε και σε αυτό που έγινε δικό μας.

Υπάρχει μια φράση που ακούγεται σχεδόν σε κάθε προετοιμασία ταξιδιού: «Θέλω να δω όσο περισσότερα γίνεται.»

Είναι απόλυτα λογικό. Ο χρόνος είναι περιορισμένος, ο κόσμος μεγάλος, και δεν θέλεις να πάει χαμένη ούτε μία μέρα από την πολύτιμή σου άδεια. Κανείς δεν θέλει να γυρίσει πίσω με την αίσθηση ότι άφησε κάτι «απ’ έξω». Έτσι γεννιέται ένα πρόγραμμα: δύο πόλεις σε τέσσερις μέρες, τρία νησιά σε μία εβδομάδα, στάσεις τακτοποιημένες σαν ραντεβού που δεν επιδέχονται καθυστέρηση.

Στην πράξη, όμως, η μνήμη δεν λειτουργεί με πρόγραμμα. Δεν καταγράφει όσα πέρασαν μπροστά από τα μάτια μας. Καταγράφει όσα προλάβαμε να ξαναδούμε, να συνηθίσουμε, να αναγνωρίσουμε τη δεύτερη ή την τρίτη φορά.

Ένα μέρος χρειάζεται χρόνο για να περάσει από «εντύπωση» σε «ανάμνηση», και αυτός ο χρόνος δεν συμπιέζεται όσο και να θέλουμε. Αυτό εννοούμε, τελικά, όταν μιλάμε για αργό ταξίδι: να δίνεις σε κάθε μέρος τις συνθήκες και τον χρόνο που χρειάζεται για να σου αποτυπωθεί, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να δεις λιγότερα. Να αναγνωρίσεις, τη δεύτερη μέρα, ένα μονοπάτι που την πρώτη σου φάνηκε τυχαίο. Να ξεχωρίσεις έναν ήχο πριν δεις τι τον προκαλεί. Να θυμάσαι ποια ώρα μια γειτονιά είναι πιο ήσυχη, όχι επειδή σου το είπε κάποιος οδηγός, αλλά επειδή το πρόσεξες μόνος σου.

Όταν η μετακίνηση είναι συνεχής, συμβαίνει το αντίστροφο. Ο ταξιδιώτης βρίσκεται διαρκώς στο ενδιάμεσο: ο μισός έχει φτάσει, ο άλλος μισός είναι έτοιμος να φύγει. Συσσωρεύει εικόνες, δεν ζει στον προορισμό. Επιστρέφει με το αίσθημα ότι είδε πολλά, και με τη σιωπηλή δυσκολία να τα ανασυνθέσει καθαρά όταν κάποιος τον ρωτήσει πώς ήταν. Οι φωτογραφίες θα επιβεβαιώνουν ότι ήταν εκεί. Η ίδια η ανάμνηση, πολλές φορές, όχι. Οι στιγμές υπήρξαν πραγματικά, απλώς δεν πρόλαβαν να γίνουν κάτι παραπάνω από στιγμές.

Δεν είναι θέμα λάθους ούτε κριτικής σε όσους προτιμούν το γεμάτο πρόγραμμα· κάθε ταξίδι εξυπηρετεί διαφορετική ανάγκη. Είναι απλώς μια διαφορετική συμφωνία με τον χρόνο: πόσα μέρη θα περάσουν μπροστά σου, έναντι πόσα θα προλάβουν να γίνουν δικά σου.

Η ερώτηση, ίσως, δεν είναι πόσα μέρη θα προλάβεις να δεις. Είναι πόσα από αυτά έμειναν κι εκείνα μαζί σου.