Το μεγαλύτερο πράγμα που μπορεί να σου στερήσει μια λίστα δεν είναι κάτι που θα δεις. Είναι κάτι που δεν περίμενες να δεις.
Λίγο πριν από κάθε ταξίδι συμβαίνει σχεδόν πάντα το ίδιο. Ανοίγουμε το κινητό. Αποθηκεύουμε μέρη. Καφέ. Μουσεία. Εστιατόρια. Μικρά σοκάκια που «δεν πρέπει να χάσουμε».
Και χωρίς να το καταλάβουμε, το ταξίδι αρχίζει να μοιάζει με μια σειρά από σημεία που περιμένουν να τσεκαριστούν.
Οι λίστες δεν είναι το πρόβλημα. Είναι ένας τρόπος να οργανώνεις τον χρόνο σου, να μη χάσεις κάτι που πραγματικά θέλεις να δεις. Άλλωστε, όλοι έχουμε φτιάξει μία.
Το περίεργο αρχίζει όταν η λίστα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται κριτήριο.
Γιατί τότε δεν κοιτάς πια τι έχεις μπροστά σου. Ελέγχεις αν αυτό που βλέπεις μοιάζει με αυτό που περίμενες να δεις.
Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, όχι στο ότι βλέπεις λιγότερα, αλλά στο ότι αρχίζεις να ψάχνεις μόνο επιβεβαίωση. Βλέπεις σε έναν τόπο μόνο ό,τι ήδη περίμενες να βρεις εκεί. Ό,τι δεν χωράει στην αρχική εικόνα, το προσπερνάς χωρίς καν να το αντιληφθείς.
Οι πιο όμορφες στιγμές, όμως, σχεδόν ποτέ δεν έχουν προειδοποιήσει ότι έρχονται.
Μπορεί να γεννηθούν επειδή χάθηκε το λεωφορείο και βρέθηκες σε μια γειτονιά που δεν σκόπευες να δεις. Επειδή ένας πωλητής σε μια λαϊκή αγορά σου έδωσε να δοκιμάσεις κάτι που δεν είχες ακούσει ποτέ. Επειδή μια ξαφνική βροχή σε ανάγκασε να καθίσεις στο πρώτο μαγαζί που βρήκες, χωρίς να ξέρεις τίποτα γι’ αυτό.
Καμία από αυτές τις στιγμές δεν χωρούσε σε λίστα, γιατί καμία δεν ήταν γνωστή εκ των προτέρων.
Το σύνδρομο της λίστας δεν είναι λοιπόν ότι βλέπεις λιγότερα πράγματα. Είναι ότι μαθαίνεις να αναγνωρίζεις μόνο όσα ήδη ήξερες πως θα δεις και να μην προσέχεις καν τα υπόλοιπα, όσο κι αν στέκονται ακριβώς μπροστά σου.
Οι τόποι, όμως, δεν σταματούν ποτέ να έχουν κάτι περισσότερο να δείξουν από όσο χωρά μια οθόνη κινητού.
Απλώς περιμένουν να τους κοιτάξεις χωρίς να ελέγχεις αν σε επιβεβαιώνουν και ίσως έτσι βλέπεις λίγο διαφορετικά τον κόσμο όταν επιστρέφεις.
