Το πιο πολύτιμο πράγμα που μπορεί να σου προσφέρει ένα ταξίδι δεν είναι μια διαδρομή. Είναι ο χώρος να την εγκαταλείψεις για λίγο.

 

Υπάρχει μια στιγμή που εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε ταξίδι.

Συνήθως σε μια πλατεία.

Οι άνθρωποι κινούνται χωρίς βιασύνη. Κάποιος σταματά μπροστά σε μια βιτρίνα. Ένα ζευγάρι κάθεται σε ένα παγκάκι χωρίς να μιλά. Μια μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί κάνει κάποιον να αλλάξει πορεία χωρίς δεύτερη σκέψη.

Και λίγο πιο πέρα, μια ομάδα ξεκινά να περπατά.

Μπροστά, μια ομπρέλα.

Είναι μια γνώριμη εικόνα. Ίσως και παρεξηγημένη.

Γιατί η ομπρέλα δεν συμβολίζει τον λάθος τρόπο να ταξιδεύεις.

Συμβολίζει κάτι πολύ πιο ανθρώπινο.

Την ανάγκη να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή, βλέποντας όσα «πρέπει» να δούμε.

Και δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό.

Όλοι, κάποια στιγμή, το έχουμε ανάγκη.

 

Μόνο που οι τόποι δεν θυμούνται τα προγράμματά μας.

Συνεχίζουν να ζουν ανάμεσα στα αξιοθέατα.

Σε ένα μικρό καφέ που άργησε να σερβίρει και γι’ αυτό πρόλαβες να παρατηρήσεις τη γειτονιά. Σε ένα βιβλιοπωλείο όπου μπήκες μόνο για να ξεφύγεις από τη ζέστη. Σε μια αυλή που δεν έγραφε κανένας ταξιδιωτικός οδηγός, αλλά έμοιαζε να κρατά μέσα της ολόκληρο τον χαρακτήρα της πόλης.

 

Παράξενο, αλλά οι πιο έντονες αναμνήσεις ενός ταξιδιού σπάνια γεννιούνται τη στιγμή που τις κυνηγάς.

Γεννιούνται όταν υπάρχει χώρος να σε διακόψει κάτι.

Μια μυρωδιά.

Μια κουβέντα.

Ένας ήχος.

Ένα στενό που δεν υπήρχε στο πρόγραμμα.

 

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό τεστ της ομπρέλας.

Όχι αν θα την ακολουθήσεις.

Αλλά αν θα νιώσεις ποτέ την ανάγκη να την αφήσεις για λίγο πίσω.

Όχι επειδή ο άλλος δρόμος είναι καλύτερος.

Αλλά επειδή, εκείνη τη στιγμή, έγινε δικός σου.